Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010

Ελληνες ιεράρχες αποκτούν τουρκική υπηκοότητα




Στις 13 Νοεμβρίου του 2009, με επιστολή του –το περιεχόμενο της οποίας δημοσίευσε η «Α»– ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ενημέρωνε τους επαρχιούχους Ιεράρχες για την πρόταση του Τούρκου πρωθυπουργού Ερντογάν και καλούσε «πάντας τους μη έχοντας την τουρκικήν υπηκοότητα Ιερωτάτους Μητροπολίτας του Θρόνου να κάμουν χρήσιν του ευεργετήματος τούτου, εφ’ όσον ασφαλώς το επιθυμούν, χωρίς η αποδοχή της προσφοράς ταύτης να αποτελεί μείωσιν, ουδέ κατ’ ελάχιστον, της εθνικής εκάστου φιλοτιμίας, αφού, ως ελέχθη, δεν τίθεται θέμα απαρνήσεως της ην ήδη κατέχει ετέρας υπηκοότητος».

Η επιστολή είχε κοινοποιηθεί και στους Ιεράρχες των Δωδεκανήσων και της Κρήτης, οι οποίοι, όπως φαίνεται, είναι έτοιμοι να πουν το «ναι» στην τουρκική υπηκοότητα, δίχως να απαρνηθούν την ελληνική ιθαγένεια.

Ακολούθησε δημοσίευμα της Ελευθεροτυπίας στις 29 Μαίου 2010 με θέμα « Κρήτες ιεράρχες στο Φανάρι για τις υποψηφιότητες» (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=167367) που έχει ως ακολούθως:

«Τέσσερις ιεράρχες, μέλη της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης, κλήθηκαν στο Φανάρι και είχαν συνάντηση με εκπροσώπους της τουρκικής κυβέρνησης, προκειμένου να λάβουν και την τουρκική υπηκοότητα και να μπορούν να θέσουν υποψηφιότητα για την εκλογή τους στον Οικουμενικό Θρόνο.

Θα ακολουθήσουν και άλλοι, ενώ από την ίδια διαδικασία περνούν επίσης ιεράρχες από τις Εκκλησίες του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε όλο τον κόσμο. Οι πρώτοι Κρήτες ιεράρχες που κλήθηκαν είναι οι Ιεραπύτνης και Σητείας κ. Ευγένιος, Πέτρας και Χερρονήσου κ. Νεκτάριος , Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. Ανδρέας και Κισάμου και Σελίνου κ. Αμφιλόχιος. Υπενθυμίζεται ότι πριν από μερικούς μήνες το τουρκικό κράτος αποδέχτηκε πρόταση του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου να δοθεί τουρκική υπηκοότητα και σε εκτός Φαναρίου Ορθόδοξους ιεράρχες, έτσι ώστε να διευρυνθεί η λίστα των υποψήφιων Πατριαρχών και πέραν του Φαναρίου, να είναι ευκολότερη η επιλογή και να αξιοποιηθούν εκκλησιαστικά στελέχη προς όφελος της Ορθοδοξίας. Ακολούθησε απόφαση της Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης που συντασσόταν με το Πατριαρχείο και στο πλαίσιο αυτό άρχισε προχθές η διαδικασία των συνεντεύξεων και της υπογραφής των σχετικών εγγράφων. Πάντως, η εξέλιξη αυτή έχει και αντιδράσεις από μερίδα του κλήρου, οι οποίες, ωστόσο, εκφράζονται υποτονικά προκειμένου να μη διαταραχθεί η ενότητα της Εκκλησίας. Στον αντίλογο, κύκλοι της Συνόδου ανέφεραν χθες στην «Ε» ότι πολλοί Ελληνες ανώτατοι κληρικοί που υπηρετούν στο εξωτερικό κι έχουν εκλεγεί σε υψηλές θέσεις έχουν και την υπηκοότητα του κράτους όπου βρίσκονται, όπως οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων».

Προσωπικά, αν και με στενούς δεσμούς με την Κρήτη δεν γνώριζα το γεγονός, όμως μια επιστολή στηνν εφημερίδα «ΠΑΡΟΝ» της 11ης Ιουλίου 2010 με έκανε να ψάξω το θέμα και να διαπιστώσω την διάσταση των απόψεων πάνω στο θέμα αυτό.

Διχάζει η τουρκική υπηκοότητα

Ανοικτή επιστολή θεολόγων στους Ιεράρχες



Εντονες συζητήσεις και προβληματισμό προκαλεί το ζήτημα της εκχώρησης της τουρκικής υπηκοότητας στους Ιεράρχες των ημιαυτόνομων Εκκλησιών της Κρήτης και της Δωδεκανήσου προκειμένου να έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

Ηδη έχουν ξεκινήσει οι διαδικασίες πολιτογράφησης για τέσσερις Ιεράρχες της Κρήτης, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονται εν αναμονή ειδοποίησής τους από το Φανάρι. Για το επίμαχο ζήτημα η “Π” ζήτησε την άποψη ιερέων, θεολόγων αλλά και επιφανών προσωπικοτήτων στο χώρο της Θεολογίας και της Φιλοσοφίας.

(http://www.patris.gr/articles/182655/117836)

Ανοικτή επιστολή θεολόγων στους Ιεράρχες

Επιφυλακτικοί ως προς το θέμα της παραχώρησης της τουρκικής υπηκοότητας στους Κρήτες Ιεράρχες εμφανίζονται στην ανοιχτή επιστολή τους προς την Εκκλησία της Κρήτης επτά θεολόγοι.

Την επιστολή συνυπογράφουν οι θεολόγοι Ειρήνη Βραχνάκη, Στράτος Γιάνναρης, Μάρκος Δασκαλάκης, Ιωάννης Κανιολάκης, Αναστασία Κοπανάκη, Ευαγγελή Κουκουράβα, Μαρία Μαυρουδή, Αντώνιος Μιχελουδάκης, Θεόδωρος Ρηγινιώτης και η επισοτλή απευθύνεται στην Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο της Εκκλησίας της Κρήτης και στους ιεράρχες της μεγαλονήσου.

Στην ανοιχτή επιστολή που κοινοποιείται και στον Οικουμενικό Πατριάρχη αναφέρεται μεταξύ άλλων:

«Με έντονη ανησυχία αντιμετωπίζουμε το ενδεχόμενο να λάβουν τουρκική υπηκοότητα οι Ιεράρχες της Εκκλησίας της Κρήτης, αποδεχόμενοι τη σχετική «προσφορά» της Τουρκίας. Η ανησυχία αυτή οφείλεται στην επίγνωση της Ιστορίας, η οποία μας διδάσκει ότι:

α) η Τουρκία δεν προσφέρει...

ποτέ τίποτα χωρίς σκοπιμότητα – δεν πρέπει λοιπόν να μας προβληματίσει το ότι φαίνεται τόσο «γενναιόδωρη» στην προκείμενη περίπτωση;

β) η Τουρκία επίσης δεν έπαψε ΠΟΤΕ να διεκδικεί την Κρήτη, και μάλιστα έντονα. Μέχρι τώρα διέθετε ως γέφυρα για τη μεγαλόνησο τους ελληνόφωνους Τουρκοκρητικούς (στην πραγματικότητα απογόνους εξισλαμισμέ νων Ελλήνων, αλλά στην πράξη εκτουρκισμένων, ίσως και λόγω της δικής μας ολιγωρίας – όπως αφήνουμε ως χώρα να εκτουρκίζονται οι αδελφοί μας Έλληνες Πομάκοι της Θράκης), τώρα όμως επιχειρεί να αποχτήσει και δεύτερη γέφυρα, το να διοικείται η εν Κρήτη Ορθόδοξη Εκκλησία από Ιεράρχες που θα έχουν διπλή υπηκοότητα, ελληνική και τουρκική!...

Η εκτίμηση των συνεπειών από την αποδοχή της πρότασης αυτής, κατά την άποψή μας, είναι κάτι που υπερβαίνει τη σημερινή πραγματικότητα. Οι συνέπειες αυτές μπορεί να εκδηλωθούν στα προσεχή δέκα χρόνια, αλλά και στα προσεχή πενήντα ή εκατό χρόνια, όταν θα έχει ξεχαστεί ο τρόπος που ελήφθη η τουρκική υπηκοότητα και θα είναι ευκολότερο για τη γείτονα χώρα να διοχετεύσει στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια κοινότητα μύθους για δήθεν συνεχή τουρκική παρουσία στο νησί. Εύκολα λοιπόν μπορεί κάποιος να υποψιαστεί ότι μεθοδεύεται η μετατροπή της Κρήτης σε Κύπρο. Οι παλιοί Κρητικοί γνώριζαν (και το είχαν αποτυπώσει σε τραγούδια και λαϊκές ρήσεις, που δε θέλουμε να αναφέρουμε) ότι δεν πρέπει να πέ φτουν σε παγίδες ανθρώπων που έχουν αποδειχτεί αφερέγγυοι, πολύ περισσότερο όταν είναι πλημμελώς καλυμμένες και συνεπώς ορατές.

Μην πέσετε λοιπόν, άγιοι Ιεράρχες, σε αυτή την παγίδα, γιατί είναι άγνωστο τι περιέχει – και μην ενεργήσετε, σας παρακαλούμε, ενάντια στη βούληση του ορθόδοξου κρητικού λαού, που (αν και επί του προκειμένου δεν ερωτήθ ηκε) είναι πάντα καχύποπτος με τις «γενναιοδωρίες» της γειτονικής μας χώρας.

Τα ανωτέρω τα γράφουμε με μεγάλη αγάπη και απεριόριστο σεβασμό, ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΔΙΑΘΕΣΗ ΚΡΙΤΙΚΗΣ Ή ΔΙΔΑΚΤΙΣΜΟΥ (πολλώ δε μάλιστα κακοπροαίρετου) προς την Ιεραρχία της Κρήτης, αλλά και πλήρη επίγνωση ότι στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχουν εξουσιαστικοί θεσμοί και ένας λαϊκός κατοχυρώνεται θεσμικά να εκφράσει την άποψή του έναντι των αποφάσεων όχι μόνο ενός πατριάρχη (από την εκκλησιαστική ιστορία έχουμε αρκετά παραδείγματα απλών μοναχών, ακόμη και λαϊκών, που άσκησαν – καλοπροαίρετη και επιβεβλημένη – κριτική σε επισκόπους και πατριάρχες), αλλά ακόμη και μιας συνόδου.

Η υποστήριξη του αγίου Οικουμενικού μας Πατριαρχείου πρέπει αδιαμφισβήτητα να είναι ενεργός, αλλά να κινηθεί προς άλλες κατευθύνσεις. H αναγνώριση από πλευράς μας της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου (σε αντίθεση με τις επιδιώξεις της Τουρκίας, που το θεωρεί αποκλειστικά τουρκικό ίδρυμα) επιβάλλει το λιγότερο την καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας, ώστε οι υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία του Ιεράρχες να μπορούν να εκλεγούν στη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη χωρίς προϋποθέσεις.

Επ’ αυτού, επαναλαμβάνουμε τις ορθές επισημάνσεις του Ρεθεμνιώτη νομικού και ευσεβούς χριστιανού κ. Μανώλη Εγγλέζου Δεληγιαννάκη στο άρθρο του «Τούρκοι υπήκοοι οι Κρητικοί Ιεράρχες: Νίκη ή ήττα;», που δημοσιεύτηκε στο διαδίκτυο (http://www.antibaro.gr/node/1647 κ.α.). Γράφει:

«Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Πατριαρχείο στην Πόλη είναι γνωστό: Δεν αναγνωρίζεται από το τουρκικό κράτος η οικουμενικότητά του, θεωρείται ένα ίδρυμα που απευθύνεται σε ορθόδοξους Τούρκους, και ως εκ τούτου οι ιεράρχες του πρέπει να είναι Τούρκοι υπήκοοι. Η θέση αυτή της Τουρκίας παραβιάζει τη συνθήκη της Λωζάννης και στερεί από την οικουμενική ορθοδοξία τη δυνατότητα να διαχειριστεί τα του οίκου της όπως θα έπρεπε. Γιατί, σε συνδυασμό με την εξάλειψη της πολίτικης ρωμιοσύνης, που συστηματικά επεδίωξε η Τουρκία, δεν υπάρχει παραγωγή νέων ντόπιων στελεχών για το Πατριαρχείο, και είναι ορατός ο δι’ ασφυξίας θάνατός του.

Αυτά έχουν γίνει πια τετελεσμένα, ενώ δεν έπρεπε. Η ανοχή της ελλαδικής πολιτείας σε κάθε τούρκικη πρόκληση μας έχει φέρει εδώ, και η απουσία στήριξης του χειμαζομένου Πατριαρχείου το έχει φέρει σε δεινή θέση. Ο Πατριάρχης είναι με την πλάτη στον τοίχο κυριολεκτικά. Ακόμα χειρότερα, η Τουρκία έχει πια εντάξει το Πατριαρχείο στις επιδιώξεις της εξωτερικής της πολιτικής, ως μέσο πίεσης προς την Ελλάδα και τους απανταχού συναισθηματικά δεμένους μ’ αυτό ορθοδόξους. Χρησιμοποιώντας την απόλυτη εξουσία που ασκεί απέναντι σ’ αυτό, θέλει να το χρησιμοποιεί ως όργανο της προς επιδίωξη των γεωπολιτικών της φιλοδοξιών.

Η είδηση ότι η Τουρκία δέχεται να πολιτογραφήσει τους Ιεράρχες των Εκκλησιών που υπάγονται απευθείας στο Πατριαρχείο έγινε δεκτή ποικιλοτρόπως. Το σίγουρο είναι ότι πάτησε πάνω στην αποδοχή από όλους μας της θέσης της ότι το Πατριαρχείο είναι τούρκικος θεσμός κι όχι οικουμενικός, κι ότι απευθύνεται σε Τούρκους υπηκόους. Εδώ λοιπόν μετράμε μια πρώτη ήττα. Γιατί το Πατριαρχείο είναι Οικουμενικό, και για να ασκήσει τη δραστηριότητα του δεν πρέπει να περιορίζεται σε Τούρκους μόνο υπηκόους, και η Τουρκία έχει την υποχρέωση να αφήσει ακώλυτη τη δραστηριότητά του.

Αποδεχόμενοι λοιπόν την πρώτη ήττα, υπάρχουν τα εξής δεδομένα: Αφήνουμε το Πατριαρχείο να σβήσει ή το στηρίζουμε; Βέβαια, το δίλημμα δεν περιορίζεται εκεί. Έχει προταθεί να μετεγκατασταθεί στο Άγιον Όρος κηρυσσόμενο σε διωγμό, να ασκηθούν πιέσεις για την αποκατάσταση της Οικουμενικότητάς του κ.λ.π. Επιπλέον, η φυσική απάντηση “Το στηρίζουμε”, πρέπει να εξελιχθεί παραπέρα και να δούμε τις προοπτικές της. Κι αυτές είναι ανάλογες με το συσχετισμό δυνάμεων και τη βούληση για αντίσταση στις τουρκικές ορέξεις.

Έτσι, αν η πολιτική μας είναι πολιτική υποταγής και αποδοχής των τετελεσμένων της Τουρκίας, η στήριξη στο Πατριαρχείο θα είναι στήριξη σε ένα θεσμό που η Τουρκία θέλει να χρησιμοποιήσει για την εμπέδωση της κυριαρχίας της επί της Ελλάδας, την είσοδο της στην Ευρώπη κ.λ.π. […]

Σήμερα, στα δεδομένα που ήδη παρουσιάσαμε, προστίθεται και η δημιουργία από τους Τούρκους […] ενός κλίματος κοινού ελληνοτουρκικού παρελθόντος της Κρήτης. Η απόπειρα δημιουργίας μιας κοινής “Κρητικής” ταυτότητας κοινής για Έλληνες και Τουρκοκρητικούς, στοχεύει ευθέως στην απόσπαση της Κρήτης από τον εθνικό κορμό. Αυτό γίνεται από πλευράς Τουρκίας μέσα σε ένα κλίμα νοσταλγικό και συναισθηματικό, με βιντεάκια στο διαδίκτυο, ενώ οι ντόπιοι συνοδοιπόροι τους ψελλίζουν το σύνθημα της αυτονομίας, μιλούν για δημοψηφίσματα το 20 12 και καλλιεργούν το σχετικό κλίμα.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, οι Κρητικοί ιεράρχες πολιτογραφούνται Τούρκοι πολίτες και έπονται και οι Δωδεκανήσιοι. Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η ενέργεια αυτή γίνεται από τους Ιεράρχες με καλές προθέσεις και με συγκεκριμένο στόχο, αυτόν της διάσωσης και της διαιώνισης του Πατριαρχείου. Είναι το ίδιο πέρα από κάθε αμφιβολία ότι τους Τούρκους δεν τους έπιασε ξαφνικά άγχος για το ίδιο θέ μα.

Είναι χρέος λοιπόν των Ιεραρχών να μην επιτρέψουν να τους εντάξουν οι Τούρκοι στις ευρύτερες επιδιώξεις τους στην περιοχή.

Αλλά αυτό δε μπορούμε να το απαιτούμε από αυτούς μόνο. Πρέπει να έχουν όλους μας από πίσω, τόσο το λαό μας όσο και την επίσημη πολιτεία. Αλλιώς, οι καλές προθέσεις θα αποδειχθούν κερκόπορτα δίχως καλά καλά να το καταλάβουμε.» (http://www.patris.gr/articles/182655/117843?PHPSESSID=0o51uu3occ0ggsa3n3jg3ngm15)

Πριν διατυπώσω τις προσωπικές μου απόψεις σας παρουσιάζω δύο αντίθετες απόψεις.

Η πρώτη είναι του καθηγητή κ. Γιαναρά και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΠΑΤΡΙΣ» του Ηρακλείου στις 6.7.2010 (http://www.patris.gr/articles/182655/117839)

XΡ. ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ - Iστορική ευκαιρί α να μην εξαφανιστεί το Πατριαρχείο

Για ιστορική ευκαιρία κάνει λόγο μιλώντας στην «Π» ο Χρήστος Γιανναράς, κορυφαία προσωπικότητα στο χώρο της Θεολογίας και Φιλοσοφίας.

«Άκουσα ότι αποδίδουν προθέσεις στους Μητρο πολίτες που δέχθηκαν να πάρουν την τουρκική υπηκοότητα, ότι το έκαναν αυτό για να είναι υποψήφιοι για τον Πατριαρχικό Θρόνο. Ξέρετε, εάν αφήσουμε το θέμα να διολισθήσει προς τη διερεύνηση των προθέσεων, τότε δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε λύση και απάντηση. Από την άλλη πλευρά έχουμε το δεδομένο ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην Κωνσταντινούπολη υφίσταται επί πολλά χρόνια, δεκαετίες, τον «πνιγμό» της τουρκικής πολιτικής με σαφέστατο στόχο την εξαφάνιση του. Έχουν απομείνει στην Κωνσταντινούπολη 1600 Έλληνες. Από αυτούς πρέπει να συντηρείται Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το Πατριαρχείο Μόσχας, μόνο στο τμήμα Εξωτερικών Υποθέσεων, έχει 180 ανθρώπους. Το Οικουμενικό Πατρι αρχείο έχει δύο ανθρώπους στο αντίστοιχο γραφείο που κάνουν και πολλές άλλες δουλειές. Δεν υπάρχουν άνθρωποι για να συνεχίσει η ιστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Και τώρα όλο παραδόξως, ενώ επί δεκαετίες αρνιόταν η Τουρκία να παραχωρήσει αυτή τη δυνατότητα, επιτρέπει να δοθεί τουρκική υπηκοότητα σε Επισκόπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου ώστε να μπορεί να συγκαλείται σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου σύμφωνα με την Κανονική τάξη. Και αυτό το πράγμα περνάει στην Κρήτη από κάποιους ως «προδοσία της πατρίδας». Είναι ανατριχιαστικό. Δεν ξέρει κανείς τί να υποθέσει και τη λογική μας. Θυσιάζε ται ουσιαστικά ο Επίσκοπος παίρνοντας αυτήν την υπηκοότητα για να μπορέσει να συνεχίσει να υπάρχει Σύνοδος και Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αυτό στον τόπο του το εισπράττει ως προδοσία, ότι τούρκεψε. Με πήρε μία κυρία στο τηλέφωνο και μου είπε «τουρκέψανε». Λυπάμαι πάρα πολύ αλλά το ρήμα τουρκεύω χρησιμοποιήθηκε πριν από 400 χρόνια στην Τουρκοκρατία για να δηλώσει τον εξισλαμισμό όχι την απόκτηση τουρκικής υπηκοότητας».

Σε σχέση με την εξωτερική Ελληνική πολιτική, σχολίασε: «Θα έλεγα ότι η Ελληνική πολιτική η οποία άφησε να φθάσει το Πατριαρχείο σε αυτήν την κρίσιμη ώρα, έχει τεράστιες ευθύνες αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με το επικαιρικό θέμα που συζητάμε σήμερα, να πάρουν ή να μην πάρουν οι Ιεράρχες την τουρκική υπηκοότητα.

Όσο για τον κίνδυνο περί σύγκρουσης των δύο υπηκοοτήτων που θέτουν κάποιοι, ο γνωστός συγγραφέας και Καθηγητής, υπογραμμίζει:

«Το σχήμα είναι εντελώς θεωρητικό και αφηρημένο. Πόσοι χιλιάδες Έλληνες έχουν διπλή υπηκοότητα. Ετέθη ποτέ θέμα σύγκρουσης; Ενόψει και εν ονόματι μίας πιθανότητας, να αρνηθούμε σήμερα μία ιστορική ευκαιρία μήπως και δεν εξαφανιστεί ιστορικά το Πατριαρχείο; Αν και τελικά δεν είναι σίγουρο ότι και με αυτό το μέτρο τελικά θα περισωθεί, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα. Πρόκειται για ιστορική στιγμή και νομίζω ότι το θέμα είναι ξεκάθαρο από μόνο του.

Όμως στο "ΑΝΤΙΒΑΡΟ" δημοσιεύτηκε μιά άλλη άποψη:

Τούρκοι υπήκοοι οι Κρητικοί Ιεράρχες. Νίκη ή ήττα;


Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει το Πατριαρχείο στην Πόλη είναι γνωστό: Δεν αναγνωρίζεται από το Τουρκικό κράτος η οικουμενικότητά του, θεωρείται ένα ίδρυμα που απευθύνεται σε ορθόδοξους Τούρκους, και ως εκ τούτου οι ιεράρχες του πρέπει να είναι Τούρκοι υπήκοοι. Η θέση αυτή της Τουρκίας παραβιάζει τη συνθήκη της Λωζάννης και στερεί από την οικουμενική ορθοδοξία τη δυνατότητα να διαχειριστεί τα του οίκου της όπως θα έπρεπε. Γιατί, σε συνδυασμό με την εξάλειψη της Πολίτικης Ρωμιοσύνης, που συστηματικά επεδίωξε η Τουρκία, δεν υπάρχει παραγωγή νέων ντόπιων στελεχών για το Πατριαρχείο, και είναι ορατός ο δι’ ασφυξίας θάνατός του.

Αυτά έχουν γίνει πια τετελεσμένα, ενώ δεν έπρεπε. Η ανοχή της Ελλαδικής πολιτείας σε κάθε Τούρκικη πρόκληση μας έχει φέρει εδώ, και η απουσία στήριξης του χειμαζομένου Πατριαρχείου το έχει φέρει σε δεινή θέση Ο Πατριάρχης είναι με την πλάτη στον τοίχο κυριολεκτικά. Ακόμα χειρότερα, η Τουρκία έχει πια εντάξει το Πατριαρχείο στις επιδιώξεις της εξωτερικής της πολιτικής, ως μέσο πίεσης προς την Ελλάδα και τους απανταχού συναισθηματικά δεμένους μ’ αυτό ορθοδόξους. Χρησιμοποιώντας την απόλυτη εξουσία που ασκεί απέναντι σ’ αυτό, θέλει να το χρησιμοποιεί ως όργανο της προς επιδίωξη των γεωπολιτικών της φιλοδοξιών.

Η είδηση ότι η Τουρκία δέχεται να πολιτογραφήσει τους Ιεράρχες των Εκκλησιών που υπάγονται απευθείας στο Πατριαρχείο έγινε δεκτή ποικιλοτρόπως. Το σίγουρο είναι ότι πάτησε πάνω στην αποδοχή από όλους μας της θέσης της ότι το Πατριαρχείο είναι Τούρκικος θεσμός κι όχι οικουμενικός, κι ότι απευθύνεται σε Τούρκους υπηκόους. Εδώ λοιπόν μετράμε μια πρώτη ήττα. Γιατί το Πατριαρχείο είναι Οικουμενικό, και για να ασκήσει τη δραστηριότητα του δεν πρέπει να περιορίζεται σε Τούρκους μόνο υπηκόους, και η Τουρκία έχει την υποχρέωση να αφήσει ακώλυτη τη δραστηριότητά του.

Αποδεχόμενοι λοιπόν την πρώτη ήττα, υπάρχουν τα εξής δεδομένα: Αφήνουμε το Πατριαρχείο να σβήσει ή το στηρίζουμε; Βέβαια, το δίλημμα δεν περιορίζεται εκεί. Έχει προταθεί να μετεγκατασταθεί στο Άγιον Όρος κηρυσσόμενο σε διωγμό, να ασκηθούν πιέσεις για την αποκατάσταση της Οικουμενικότητάς του κ.λ.π. Επιπλέον, η φυσική απάντηση ΄΄Το στηρίζουμε΄΄, πρέπει να εξελιχθεί παραπέρα και να δούμε τις προοπτικές της. Κι αυτές είναι ανάλογες με το συσχετισμό δυνάμεων και τη βούληση για αντίσταση στις Τουρκικές ορέξεις.

Έτσι, αν η πολιτική μας είναι πολιτική υποταγής και αποδοχής των τετελεσμένων της Τουρκίας, η στήριξη στο Πατριαρχείο θα είναι στήριξη σε ένα θεσμό που η Τουρκία θέλει να χρησιμοποιήσει για την εμπέδωση της κυριαρχίας της επί της Ελλάδας, την είσοδο της στην Ευρώπη κ.λ.π.

Αν η πολιτική μας είναι πολιτική αντίστασης και ανατροπής των δεδομένων που δημιουργεί η Τουρκία, τότε η στήριξη στο Πατριαρχείο θα σημαίνει ακύρωση των επιδιώξεων να μεταβληθεί αυτό σε μαριονέτα των Τούρκων. Μ’ αυτή τη σκοπιμότητα το είχε αφήσει κι ο Βενιζέλος στη Πόλη κατά τη συνθήκη της Λωζάννης, αλλά οι εξελίξεις γύρισαν μπούμερανγκ τη θέση αυτή.

Σήμερα, στα δεδομένα που ήδη παρουσιάσαμε, προστίθεται και η δημιουργία από τους Τούρκους και τα ντόπια γιουσουφάκια τους ενός κλίματος κοινού ελληνοτουρκικού παρελθόντος της Κρήτης. Η απόπειρα δημιουργίας μιας κοινής ΄΄Κρητικής΄΄ ταυτότητας κοινής για Έλληνες και Τουρκοκρητικούς, που στοχεύει ευθέως στην απόσπαση της Κρήτης από τον εθνικό κορμό. Αυτό γίνεται από πλευράς Τουρκίας μέσα σε ένα κλίμα νοσταλγικό και συναισθηματικό, με βιντεάκια στο διαδίκτυο, ενώ οι ντόπιοι συνοδοιπόροι τους ψελλίζουν το σύνθημα της αυτονομίας, μιλούν για δημοψηφίσματα το 2012 και καλλιεργούν το σχετικό κλίμα.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, οι Κρητικοί ιεράρχες πολιτογραφούνται Τούρκοι πολίτες και έπονται και οι Δωδεκανήσιοι. Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η ενέργεια αυτή γίνεται από τους Ιεράρχες με καλές προθέσεις και με συγκεκριμένο στόχο, αυτόν της διάσωσης και της διαιώνισης του Πατριαρχείου. Είναι το ίδιο πέρα από κάθε αμφιβολία ότι τους Τούρκους δεν τους έπιασε ξαφνικά άγχος για το ίδιο θέμα.

Είναι χρέος λοιπόν των Ιεραρχών να μην επιτρέψουν να τους εντάξουν οι Τούρκοι στις ευρύτερες επιδιώξεις τους στην περιοχή.

Αλλά αυτό δε μπορούμε να το απαιτούμε από αυτούς μόνο. Πρέπει να έχουν όλους μας από πίσω, τόσο το λαό μας όσο και την επίσημη πολιτεία. Αλλιώς, οι καλές προθέσεις θα αποδειχθούν κερκόπορτα δίχως καλά καλά να το καταλάβουμε

(http://www.antibaro.gr/node/1647)

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΣΗΜΑΙΑ
ΤΗΣ ΥΠΟΤΕΛΕΙΑΣ



Για εμένα η απόφαση της λήψης της τουρκικής υπηκοότητας είναι μια ήττα όχι τόσο του Πατριαρχείου, που έτσι και αλλιώς είναι δέσμιο των αποφάσεων του Τουρκικού Κράτους, αλλά της Ελλάδας και της Διεθνούς Χριστιανικής Κοινότητας. Γιατί όταν ο προκαθήμενος των Καθολικών μπορεί να έχει οποιαδήποτε υπηκοότητα ( αυτή άλλωστε είναι η έννοια της Οικουμενικότητας) απορώ γιατί να μην έχει τις ίδιες δυνατότητες ο Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως.

Είναι πασιφανές ότι όποιος έχει την τουρκική υπηκοότητα και μάλιστα φιλοδοξεί να θέσει υποψηφιότητα για Οικουμενικός Πατριάρχης, πρέπει να έχει και καλές σχέσεις με την Άγκυρα. Τι σημαίνει αυτό; Π.χ. δεν θα πρέπει να μιλά για Γενοκτονία των Ποντίων και των Ελλήνων της Μ. Ασίας, ούτε ασφαλώς να κάνει τρισάγια και μνημόσυνα υπέρ της αναπαύσεως των ψυχών των. Δεν θα πρέπει να μιλά για «Κατεχόμενα» στην Κύπρο και λευτεριά του νησιού, για ξεριζωμό του ελληνισμού από τις πατρώες εστίες του και άλλα πολλά. Μήπως είναι τελικά αυτός ο λόγος που τηρήθηκε «άκρα του τάφου σιωπή» εκ μέρους της Εκκλησίας της Κρήτης της προοπτικής να αποκτήσουν τουρκική υπηκοότητα και μήπως το ίδιο συμβαίνει και με τους ιεράρχες της Δωδεκανήσου;

Με την μεταφορά του στο Άγιο Όρος το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν πρόκειται να χάσει την Οικουμενικότητά του και ενδεχόμενα μπορεί να αναβαθμιστεί ο ρόλος του αφού οι αποφάσεις και ενέργειές του θα λαμβάνονται κάτω από ένα ελεύθερο καθεστώς και όχι κάτω από τον φόβο των Τουρκικών απειλών και εκβιασμών. Το αντίθετο αποτελεί ελληνοφοβική μανία.

Η μεταφορά του Πατριαρχείου, ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΤΙΤΛΟΥ ΤΟΥ, πρέπει να γίνει με την ρητή δήλωση τόσο του Πατριάρχη όσο και του Ελληνικού Κράτους, ότι το «ΕΝ ΕΞΟΡΙΑ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ» όδευσε στον δρόμο της εξορίας λόγω της αδυναμίας συνέχισης του οικουμενικού ρόλου του κάτω από το ανελεύθερο καθεστώς που έχει δημιουργήσει το τουρκικό κράτος που θεωρεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο τουρκικό ίδρυμα και τον Οικουμενικό Θρησκευτικό Ηγέτη τούρκο υπήκοο. Να καταλάβει δηλαδή όλος ο κόσμος ότι η Τουρκία κάνει τον βίο αβίωτο σε όποιον δεν είναι τούρκος, δεν τιμά την υπογραφή που έβαλε στην Συνθήκη της Λωζάννης και πολεμά με κάθε δόλιο και βίαιο μέσο (είτε με το κεμαλικό πηλίκιο είτε με το οθωμανικό φέσι) τον χριστιανισμό.

Στο Άγιο Όρος το Οικουμενικό Πατριαρχείο θα αναπνεύσει τον αέρα της Ελευθερίας και θα μπορέσει να ασκήσει, ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΛΕΟΝ, τον Οικουμενικό ρόλο του στον σύγχρονο κόσμο. Από την άλλη πλευρά η Τουρκία θα χάσει ένα θεσμό μέσω του οποίου ασκούσε πίεση και εκβίαζε την Ελλάδα και την Διεθνή Κοινότητα, ενώ, αποδεικνυόμενου περίτρανα του ανελεύθερου καθεστώτος της, θα δυσκολευθεί ακόμα περισσότερο να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από την στιγμή της μετακίνησής του, η υποστήριξη του αγίου Οικουμενικού μας Πατριαρχείου από το Ελληνικό Κράτος πρέπει αδιαμφισβήτητα να είναι ενεργός, αλλά και να κινηθεί προς πολλές κατευθύνσεις (πολιτική και οικονομή στήριξη, διαβήματα σε Διεθνείς Οργανισμούς κ.α).

H αναγνώριση από Ελληνικής πλευράς της οικουμενικότητας του Πατριαρχείου (σε αντίθεση με τις επιδιώξεις της Τουρκίας, που το θεωρεί αποκλειστικά τουρκικό ίδρυμα) επιβάλλει το λιγότερο την καταβολή κάθε δυνατής προσπάθειας, ώστε οι υπαγόμενοι στη δικαιοδοσία του Ιεράρχες να μπορούν να εκλεγούν στη θέση του Οικουμενικού Πατριάρχη χωρίς προϋποθέσεις.

Επίσης από την στιγμή της απομάκρυνσης του Πατριαρχείου από την Κωνσταντινούπολη το Ελληνικό Κράτος θα πρέπει να ασκήσει ΕΝΤΟΝΟΤΑΤΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ των ελάχιστων Ελλήνων που απέμειναν στην Κωνσταντινούπολη, στην Ίμβρο και την Τένεδο και γενικότερα στην Τουρκία ενώ παράλληλα θα πρέπει να ασκήσει δυναμική εθνική πολιτική στην Δυτική Θράκη μη αποδεχόμενη τις προκλήσεις του Τουρκικού Προξενείου και των εγκάθετων της Άγκυρας.

Για να γίνουν όμως όλα αυτά χρειάζεται να εξαφανιστεί ο νέο-ραγιαδισμός και να υπάρξουν πολιτικοί με «Π» κεφαλαίο και με ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ.

Ας γίνει δε από όλους αντιληπτό ότι ο Έρτνογαν, που πρόσφατα έκανε σουλτανικής παρουσίας επίσκεψη στην Ελλάδα, αλλά και κάθε τούρκος πολιτικός δεν κάνει αγαθοεργίες και κινήσεις καλής θελήσεως χωρίς να αποσκοπεί σε ευρύτερα οφέλη του Τουρκικού κράτους.